Το καρδιογράφημα ή ηλεκτροκαρδιογράφημα πιο σωστά, είναι ένα από τα πολυτιμότερα εργαλεία που έχει ο καρδιολόγος για να διαπιστώσει την καλή υγεία της καρδιάς μας. Δίνει πολύ σημαντικές πληροφορίες για τον καρδιακό ρυθμό και την ηλεκτρική κατάσταση της καρδιάς μας. Η εξέταση είναι απλή, οικονομική, ανώδυνη και γρήγορη δίνοντας αποτελέσματα μεγάλης ευαισθησίας.

Ο καρδιογράφος καταγράφει την ηλεκτρική δραστηριότητα των μυών της καρδιάς και πάνω σε ένα ειδικό χαρτί ή μια οθόνη εμφανίζει γράφημα το οποίο απεικονίζει τη λειτουργία της. Τα χαρακτηριστικά αυτά γραφήματα ονομάζονται επάρματα και ο οριζόντιος άξονας αντιστοιχεί στον χρόνο ενώ ο κάθετος στο ηλεκτρικό δυναμικό.

Αυτό που ουσιαστικά κάνει ο καρδιογράφος είναι να παίρνει τα μικρά ηλεκτρικά ρεύματα που δημιουργεί η καρδιά μας, και αφού τα φιλτράρει και τα ενισχύσει, τα καταγράφει σε ειδικό θερμογραφικό χαρτί. Ο καρδιολόγος στη συνέχεια “διαβάζει” το καρδιογράφημα μελετώντας το σχήμα και το μέγεθος των επαρμάτων αλλά και την απόσταση μεταξύ τους. Τα σημεία από τα οποία καταγράφεται το ρεύμα είναι συγκεκριμένα: 6 στο θώρακα γύρω από την καρδιά, από ένα στο δεξί και τον αριστερό καρπό και από ένα στο δεξί και αριστερό αστράγαλο.

Η χρησιμότητα του καρδιογραφήματος είναι μεγάλη αφού μπορεί να διαγνώσει μια σειρά από οξείες και χρόνιες παθήσεις και διαταραχές που σχετίζονται με τον καρδιακό ρυθμό και την αρχιτεκτονική της καρδιάς.

Η σημαντικότερη χρήση του καρδιογραφήματος είναι η άμεση και ταχεία διάγνωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου η οποία οφείλεται σε ολική απόφραξη μεγάλης αρτηρίας της καρδιάς. Όσο πιο γρήγορα γίνει η διάγνωση και μεταφερθεί ο ασθενής τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να επανέλθει σε περίπτωση ανακοπής. Ακόμα με τον τρόπο αυτό υπάρχει άμεση αντιμετώπιση και περιορίζονται οι επιπτώσεις του εμφράγματος αλλά και λαμβάνονται πληροφορίες για τον εντοπισμό και τη σοβαρότητα του εμφράγματος. Επιπλέον το ηλεκτροκαρδιογράφημα βοηθάει στον εντοπισμό παλαιότερων εμφραγμάτων τα οποία είτε ο ασθενής δεν αντιλήφθηκε είτε δεν έδωσε σημασία.

Η χρήση του καρδιογραφήματος είναι πολύ σημαντική για τον εντοπισμό διαφόρων αρρυθμιών από τον καρδιολόγο. Παθήσεις όπως η κολπική μαρμαρυγή, βραδυκαρδίες είναι πολύ εύκολο να διαγνωστούν. Μία ακόμα σημαντική χρήση είναι στους ανθρώπους με καρδιακή ανεπάρκεια όπου μπορούμε να δούμε αν η τοποθέτηση βηματοδότη θα προσφέρει οφέλη στον ασθενή.

Το καρδιογράφημα επηρεάζεται σχεδόν από όλες τις παθήσεις της καρδιάς για αυτό και είναι η πρώτη εξέταση που θα μας κάνει ο καρδιολόγος. Αν δει κάτι το ανησυχητικό τότε θα μας συστήσει να γίνει έλεγχος με πιο εξειδικευμένες εξετάσεις.

Το καρδιογράφημα του κάθε ανθρώπου είναι μοναδικό όταν η καρδιά μας λειτουργεί σε άριστη κατάσταση. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα αποτύπωμα. Έτσι λοιπόν όταν συμβεί κάτι ξαφνικά και χρειαστεί να κάνουμε ένα καρδιογράφημα είναι καλό να έχουμε μαζί μας ένα παλιό ώστε ο γιατρός να ξέρει τι είναι φυσιολογικό για την καρδιά μας. Η σύσταση είναι οι γυναίκες άνω των 50 και οι άντρες άνω των 40 να έχουν πάντα μαζί τους το καρδιογράφημα. Αυτό φυσικά είναι απαραίτητο σε όσους έχουν υποστεί ήδη μια φορά έμφραγμα γιατί έτσι ο γιατρός θα μπορέσει να καταλάβει αν υπάρχει κάτι νέο ή όχι.

Το πρώτο καρδιογράφημα είναι καλό να το κάνουμε σε μικρή ηλικία ακόμα και σε παιδιά, ειδικά αυτά που αθλούνται. Οι άντρες κάτω των 40 και οι γυναίκες κάτω των 50 οι οποίοι είναι υγιείς θα πρέπει να επαναλαμβάνουν το καρδιογράφημα κάθε 3 – 5 χρόνια. Όμως αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό με καρδιολογικές παθήσεις, είναι καπνιστές ή έχουν διαβήτη πρέπει να το επαναλαμβάνουν κάθε 2 χρόνια. Φυσικά με το παραμικρό σύμπτωμα ή ενόχληση θα πρέπει να πηγαίνουμε σε έναν καρδιολόγο για να κάνουμε ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα.

Το καρδιογράφημα ανακαλύφθηκε το 1893 από τον Ολλανδό Βίλεμ Αϊντχόφεν, για το οποίο κέρδισε το Νόμπελ Ιατρικής το 1924. Μέχρι σήμερα παραμένει ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των καρδιολόγων οι οποίοι με μικρό κόστος και άμεσα μπορούν να ελέγξουν την υγεία της καρδιάς μας.

Close Menu